ατροφία


ατροφία
[атрофиа] ουσ. в.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ατροφία" в других словарях:

  • ἀτροφία — ἀτροφίᾱ , ἀτροφία want of food fem nom/voc/acc dual ἀτροφίᾱ , ἀτροφία want of food fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτροφίᾳ — ἀτροφίᾱͅ , ἀτροφία want of food fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ατροφία — Ελάττωση του όγκου των κυττάρων και κατά συνέπεια των ιστών και των οργάνων. Διακρίνεται σε φυσιολογική α., που παρατηρείται σε ορισμένα όργανα και σε ορισμένη ηλικία, και σε παθολογική α., που οφείλεται σε διαταραχή της φυσιολογικής θρέψης του… …   Dictionary of Greek

  • ατροφία — η ατελής θρέψη, υπερβολικό αδυνάτισμα: Ο γιατρός είπε πως το ένα του πόδι πάσχει από ατροφία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀτροφίας — ἀτροφίᾱς , ἀτροφία want of food fem acc pl ἀτροφίᾱς , ἀτροφία want of food fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτροφίαι — ἀτροφίᾱͅ , ἀτροφία want of food fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτροφίαν — ἀτροφίᾱν , ἀτροφία want of food fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτροφιῶν — ἀτροφία want of food fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτροφίαις — ἀτροφία want of food fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτροφίη — ἀτροφία want of food fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)